Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

Παυσίπονο ο βελονισμός

Παυσίπονο ο βελονισμός

Ο βελονισμός μπορεί όντως να καταπραΰνει την ημικρανία, την αρθρίτιδα και άλλα νοσήματα που προκαλούν χρόνιο πόνο, σύμφωνα με νέα μελέτη – την πιο καλοσχεδιασμένη και λεπτομερή ανάλυση που έχει διεξαχθεί έως σήμερα για τον βελονισμό, αναφέρει η εφημερίδα «Νιου Γιορκ Τάιμς». Τα νέα ευρήματα παρέχουν ισχυρή επιστημονική στήριξη σε μια πανάρχαιη, ανατολίτικη θεραπεία που χρησιμοποιείται ευρέως από εκατομμύρια ασθενείς στη Δύση. Αν και ο βελονισμός αποτελεί εδώ και δεκαετίες αντικείμενο μελετών, τα ευρήματα της ιατρικής έρευνας είναι αντιφατικά και συχνά προϊόν μικρών και χαμηλής ποιότητας μελετών. Η νέα ανάλυση, που χρηματοδοτήθηκε από τα ομοσπονδιακά Εθνικά Ιδρύματα Υγείας (ΝΙΗ) των ΗΠΑ, διήρκεσε έξι χρόνια και αποτελεί εξ αρχής, λεπτομερή ανάλυση προγενέστερων μελετών στις οποίες είχαν συμμετάσχει σχεδόν 18.000 ασθενείς. Οι ερευνητές, που δημοσιεύουν τα ευρήματά τους στην επιθεώρηση «Archives of Internal Medicine», ανακάλυψαν ότι ο βελονισμός είναι καλύτερος από τις εικονικές θεραπείες και τη συνήθη φροντίδα για την αντιμετώπιση της οστεοαρθρίτιδας, της ημικρανίας και του χρόνιου πόνου στη μέση, στον αυχένα και στη ράχη.
Συμπληρωματική θεραπεία
«Ο βελονισμός αποτελεί αντικείμενο διχογνωμιών εδώ και πάρα πολύ καιρό», δήλωσε ο επικεφαλής ερευνητής δρ Αντριου Τζ. Βίκερς, μεθοδολόγος της έρευνας στο Κέντρο Καρκίνου Memorial Sloan-Kettering, στη Νέα Υόρκη. «Οταν όμως προσπαθείς να δώσεις μια απάντηση με σωστό τρόπο όπως κάναμε εμείς, τότε το τοπίο ξεκαθαρίζει. Πιστεύουμε ότι υπάρχουν βάσιμα στοιχεία που υποστηρίζουν τη χρήση του βελονισμού ως θεραπείας για τον χρόνιο πόνο».
Ο βελονισμός αποτελεί μία από τις ευρύτερα χρησιμοποιούμενες συμπληρωματικές (και όχι εναλλακτικές) θεραπείες στη Δύση και ήδη προσφέρεται από πολλά δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία ως συμπλήρωμα των κλασικών θεραπειών. Στις ΗΠΑ, από τα σχεδόν 3 εκατομμύρια πολίτες που ετησίως κάνουν βελονισμό οι περισσότεροι είναι ενήλικοι αλλά εφαρμόζεται με αυξημένο ρυθμό και σε παιδιά. Το 2007, λ.χ., έκαναν βελονισμό 150.000 ανήλικοι ασθενείς, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία. Παρότι όμως είναι εξαιρετικά δημοφιλής, εξακολουθούν να υφίστανται πολλά ερωτηματικά για την αποτελεσματικότητά του και πολλοί πιστεύουν ότι το όφελος που αναφέρουν οι ασθενείς οφείλεται περισσότερο στην αυθυποβολή παρά σε ιατρικούς λόγους.
Η μελέτη
Ο δρ Βίκερς και ομάδα επιστημόνων από πολλές χώρες του κόσμου, μεταξύ των οποίων η Βρετανία, η Γερμανία και η Σουηδία, αποφάσισαν να αναζητήσουν οριστική απάντηση στα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί ανά τις δεκαετίες. Αφού εξέτασαν όλες τις έως τώρα μελέτες, κατέληξαν σε 29 τυχαιοποιημένες που ήταν υψηλής ποιότητος. Στη συνέχεια, ήρθαν σε επαφή με τους ερευνητές που τις είχαν πραγματοποιήσει και τους ζήτησαν όλα τα στοιχεία που είχαν συλλέξει για να τα επεξεργαστούν από την αρχή.
Με αυτόν τον τρόπο διόρθωσαν όλα τα τυχόν λάθη (είτε στην στατιστική ανάλυση είτε στην μεθοδολογία) και κατόρθωσαν να κάνουν καλύτερες συγκρίσεις και να εξαγάγουν πιο αξιόπιστα και ασφαλή συμπεράσματα. Επί έξι χρόνια οι ερευνητές ανέλυαν στοιχεία από μελέτες που συνέκριναν τον βελονισμό με την κλασική φροντίδα (λ.χ. τη λήψη παυσίπονων) ή με ψευδοθεραπείες (σε αυτές οι γιατροί έβαζαν σε τυχαία σημεία τις βελόνες, αλλά οι ασθενείς νόμιζαν ότι έκαναν κανονικό βελονισμό).
Συμπέρασμα: ο ένας στους δύο ασθενείς που έκανε αληθινό βελονισμό είδε βελτίωση στον πόνο του, ενώ απ’ όσους δεν έκαναν είδε βελτίωση με άλλες θεραπείες ή αυθυποβολή το 30%.
Πραγματικό όφελος
«Η ερευνητική ομάδα μας απαρτιζόταν από πάνω από 30 επιστήμονες απ’ όλο τον κόσμο και όλοι είχαν την ίδια άποψη: η διαφορά που παρατηρήθηκε είναι κλινικώς σημαντική», τόνισε ο δρ Βίκερς. «Επιπλέον, από τα στοιχεία μας κατέστη σαφές ότι το όφελος δεν ανάγεται στη σφαίρα της ψυχολογίας. Οι ασθενείς είχαν αληθινή, κλινική βελτίωση της κατάστασής τους».
Σε ένα σχόλιό του που συνοδεύει τη νέα μελέτη, ο δρ Αντριου Λ. Εϊβινς, ερευνητής στον ιατρικό οργανισμό Kaiser Permanente, σημειώνει αναφορικά με τις συμπληρωματικές θεραπείες, ότι για τον βελονισμό τουλάχιστον υπάρχουν «βάσιμα στοιχεία» πως προσφέρει «μέτρια οφέλη έναντι της συνήθους φροντίδας για τους ασθενείς με διάφορες αιτίες χρόνιου πόνου». Πηγή: tanea.gr