Οι ασθένειες των ταξιδιωτών διαφέρουν ανάλογα με το φύλο


Τα ταξίδια, ιδίως τα μακρινά, μπορεί να αρρωστήσουν τον καθένα, όμως μια νέα ελβετική επιστημονική έρευνα έρχεται να διαπιστώσει ότι άνδρες και γυναίκες, όταν ταξιδεύουν, τείνουν να εμφανίσουν ή να κολλήσουν διαφορετικές ασθένειες. Συγκεκριμένα, οι γυναίκες είναι περισσότερο επιρρεπείς σε στομαχικά προβλήματα ενώ οι άνδρες έχουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης πυρετού και μόλυνσης από σεξουαλικώς μεταδιδόμενες ασθένειες. Όπως διαπιστώθηκε, οι γυναίκες, πιο συχνά από τους άνδρες (σε ποσοστό 13% έως 39%), παθαίνουν γαστρεντερολογικά προβλήματα, όπως διάρροια ή ερεθισμό του εντέρου.
Είναι επίσης περισσότερο επιρρεπείς σε κρυολογήματα, ψυχολογικό στρες και μολύνσεις του ουρολογικού συστήματος, ενώ ο οργανισμός τους εμφανίζει περισσότερες παρενέργειες στα φάρμακα που λαμβάνονται προληπτικά (π.χ. κατά της ελονοσίας).
Αντίθετα οι άνδρες είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν ασθένεια πυρετό, όπως η ελονοσία και κολλήσουν σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις όπως ιογενή ηπατίτιδα.
Είναι επίσης πιθανότερο, σε σχέση με τις γυναίκες, να αρρωστήσουν από το μεγάλο υψόμετρο στα βουνά και να πάθουν καρδιαγγειακές παθήσεις και κρυοπαγήματα.

Παρόλο που οι λόγοι για τις διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα, αναφορικάμε τις ταξιδιωτικές αρρώστιες δεν είναι σαφείς η έρευνα εξηγεί ότι γιαπαράδειγμα το γεγονός ότι οι άνδρες είναι πιο πιθανό να κολλήσουνελονοσία εξηγείται στο ότι τους προτιμούν τα κουνούπια. Η προτίμηση των επικίνδυνων κουνουπιών-φορέων μολυσματικώνασθενειών στους άνδρες βρίσκει εξήγηση στο γεγονός ότι οι τελευταίοιιδρώνουν περισσότερο από τις γυναίκες και οι εκκρίσεις του σώματός τουςπροσελκύουν τα έντομα.
Από την άλλη, σύμφωνα με τους ερευνητές, ίσως οι γυναίκες είναι πιο ευπαθείς στα γαστρεντερολογικά προβλήματα.
Όσο για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, οι άνδρες είναι πιοπιθανόν να αναζητήσουν μια άγνωστη συντροφιά σε ένα ταξίδι τους, παράμια γυναίκα.
Η μελέτη, που βασίστηκες περίπου σε 59.000 ταξιδιώτες και τωνδύο φύλων, μεταξύ των ετών 1997 - 2007, έγινε από ερευνητές του ΚέντρουΤαξιδιωτικής Ιατρικής του πανεπιστημίου της Ζυρίχης υπό τη δρ.Πατρίτσια Σλεγκενχάουφ και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Clinical Infectious Diseases.πηγη:http://news.ert.gr