Συνηθίζεται να μιλάμε για
τη «συνεισφορά» του Λένιν. Δεν πρόκειται βέβαια απλώς για συνεισφορά. Ο
λενινισμός ήταν ο επαναστατικός μαρξισμός στην εποχή του ιμπεριαλισμού
και της προλεταριακής επανάστασης. Θεμελιώνεται με την αναμέτρηση σε
τρία κομβικά ζητήματα: στο κόμμα που μπορεί να κάνει την επανάσταση, στο κράτος ως όργανο ταξικής κυριαρχίας της αστικής εξουσίας, στον ιμπεριαλισμό
ως νέο στάδιο του καπιταλισμού που κάνει δυνατή την προλεταριακή
επανάσταση ακόμα και σε μια χώρα σαν τη Ρωσία. Αυτή η «αναθεώρηση» του
μαρξισμού συγκροτεί πλέον τον μαρξισμό του εικοστού αιώνα.
Ο Λένιν συγκρούεται με τους τότε πάπες της ορθοδοξίας του μαρξισμού και η απάντηση που δίνει δεν είναι η υπεράσπιση της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας, αλλά η γέννηση ενός σύγχρονου ρεύματος, η προσπάθεια να απαντηθούν τα νέα ζητήματα. Ο λενινισμός διακρίνει την επανάσταση που έρχεται και την επικαιρότητά της, την ίδια στιγμή που οι «ορθόδοξοι μαρξιστές» την παραπέμπουν στο μέλλον.
Η αντιπαράθεση που ξεσπά στο 2ο συνέδριο του ΣΔΕΚΡ το 1903, αφορά το ποιο κόμμα χρειάζεται σε αυτές τις συνθήκες για να προετοιμαστεί και πραγματοποιηθεί η επανάσταση.
Η θεμελιώδης σκέψη και επιμονή του Λένιν είναι η πραγματοποίηση της επανάστασης. Απαντά θετικά ότι αυτή μπορεί να γίνει, μελετά και δοκιμάζει επίμονα τους τρόπους που θα πραγματοποιηθεί. Από αυτή την πεποίθηση ο Λένιν δεν παραιτείται στιγμή, ακόμα και στις δυσκολότερες στιγμές της επαναστατικής πάλης.
Τον Απρίλη του 1917, ο Κάμενεφ, ηγέτης των μπολσεβίκων, όσο ο Λένιν βρισκόταν στην εξουσία και σεβάσμια μορφή του επαναστατικού κινήματος της Ρωσίας, υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να ξεκοπούν οι μπολσεβίκοι από το ρεύμα της ευφορίας για τη Φεβρουαριανή Επανάσταση.
Ο Λένιν δεν διστάζει να απαντήσει ότι “Χρειάζεται κανείς να ξέρει για ένα χρονικό διάστημα να είναι μειοψηφία απέναντι στη μέθη”. Πράγματι, οι μπολσεβίκοι κέρδισαν την πλειοψηφία γιατί ήξεραν να στέκονται ως μειοψηφία, ως δύναμη που δεν ακολουθεί απλά τις μάζες για να είναι δημοφιλής, αλλά φιλοδοξεί να τις μεταπείσει. Αυτή ήταν η περίφημη «εισαγωγή της συνείδησης» από έξω για την οποία λοιδορήθηκε η λενινιστική αντίληψη για το κόμμα.
Τον Σεπτέμβριο του 1917, ο Λένιν απειλεί με παραίτηση από την Κεντρική Επιτροπή των μπολσεβίκων καθώς αυτή διστάζει μπροστά στη δυνατότητα κατάληψης της εξουσίας. Βάζει ζήτημα αποχώρησης από την ΚΕ, δηλώνοντας ότι θα διατηρήσει την ελευθερία να κάνει ζύμωση στη βάση του Κόμματος. Γράφει «έχω την ακλόνητη πεποίθηση ότι, “αν περιμένουμε” και αφήσουμε να χαθεί τώρα η στιγμή, χαντακώνουμε την επανάσταση».
Τον Οκτώβριο του 1917 ο χειρισμός των διαφωνούντων Κάμενεφ – Ζηνόβιεφ να διαρρεύσουν την απόφαση της Κ.Ε. των μπολσεβίκων που προετοίμαζε την ένοπλη εξέγερση, διχάζει, και ο Λένιν απευθύνεται εκ νέου στην Κεντρική Επιτροπή στις 19 του Οκτώβρη λέγοντας μεταξύ άλλων: «Δεν μου είναι εύκολο να το γράψω αυτό για συντρόφους που πριν ήταν στενοί φίλοι μου, τις ταλαντεύσεις όμως στην περίοδο αυτή θα τις θεωρούσα έγκλημα, γιατί διαφορετικά ένα κόμμα επαναστατών που δεν τιμωρεί τους επιφανείς απεργοσπάστες πάει χαμένο».
Ο Ράντεκ, χρόνια αργότερα αναρωτιέται για την τόση σιγουριά, την επιμονή και την ακλόνητη πεποίθηση που κάνει τον Λένιν να σηκώσει τέτοιο βάρος στους ώμους του. Τι είναι αυτό που τον κάνει «να μη διστάζει στιγμή να σηκώσει στους ώμους του, με πλήρη συναίσθηση ολόκληρη την πορεία της παγκόσμιας επανάστασης». Κατά τη γνώμη του, «δεν είναι μόνο το γεγονός ότι ο Λένιν γνωρίζει την ιστορία του καπιταλισμού όπως την ξέρουν ελάχιστοι μαθητές του Μαρξ». Είναι το ότι «ο Λένιν έχει συλλάβει και κατανοήσει ανεξάρτητα τη θεωρία του ιστορικού υλισμού όπως κανείς άλλος δεν ήταν ικανός να το κάνει, για το λόγο ότι τη μελέτησε με τον ίδιο σκοπό που είχε ο Μαρξ όταν επεξεργαζόταν τη θεωρία. Ο Λένιν μπήκε στο κίνημα ως η ενσάρκωση της θέλησης για επανάσταση και μελέτησε το μαρξισμό, την εξέλιξη του καπιταλισμού και την εξέλιξη του σοσιαλισμού από την άποψη της επαναστατικής τους σημασίας».
Η λενινιστική πολιτική είναι ακριβώς αυτή η «ενσάρκωση της θέλησης για επανάσταση», δεν παραιτείται από το στόχο της, δεν ξεστρατίζει, δεν λοξοδρομεί. Έχει ακλόνητη πίστη στις δυνατότητες των μαζών, αφουγκράζεται και διδάσκεται από αυτές.
Ο λενινισμός εκφράζεται πάνω στην πολιτική και πρακτική επίλυση των ιδιαίτερων προβλημάτων. Αντιλαμβάνεται και αναδεικνύει τις έννοιες της επαναστατικής κρίσης, της εθνικής κρίσης, της φύσης του κράτους και της ταξικής κυριαρχίας, των συμμαχιών εργατικής τάξης και αγροτιάς. Αντιλαμβάνεται πως οι ταξικοί τους στόχοι είναι διαφορετικοί, αλλά η οικονομική και κοινωνική διάρθρωση έχουν δημιουργήσει τις αντικειμενικές βάσεις για την εργατοαγροτική συμμαχία.
Αντιλαμβάνεται επίσης ότι «όποιος περιμένει μια καθαρή κοινωνική επανάσταση δε θα την δει ποτέ του. Αυτός είναι επαναστάτης στα λόγια που δεν καταλαβαίνει τι θα πει αληθινή επανάσταση» και «η σοσιαλιστική επανάσταση στην Ευρώπη δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά το ξέσπασμα της μαζικής πάλης όλων των καταπιεσμένων και δυσαρεστημένων».
Οι μπολσεβίκοι μπόρεσαν να πάρουν την εξουσία γιατί η λενινιστική θεωρία για το κράτος δεν άφηνε περιθώρια για μεσοβέζικες λύσεις που θα έδιναν χώρο και χρόνο στην αντεπανάσταση. Η ίδια η δυαδική εξουσία σημαίνει ότι η αστική εξουσία βρίσκεται σε κρίση και τα Σοβιέτ είναι ο ανταγωνιστικός πόλος που συνυπάρχει με την Προσωρινή Κυβέρνηση αλλά όχι για πολύ. Αυτή η αντίφαση θα τεθεί άμεσα προς επίλυση. Το κράτος μπορεί να είναι είτε αστικό, είτε εργατικό. Δεν μπορεί να υπάρχουν ταυτόχρονα δύο ανταγωνιστικές εξουσίες. Η μία από τις δύο θα κυριαρχήσει. Αυτό λέγανε οι καντέτοι από τη μεριά της αντίδρασης. Αυτό λέγανε και οι μπολσεβίκοι από τη μεριά της επανάστασης. Οι εσέροι και οι μενσεβίκοι που βρέθηκαν στη μέση σαρώθηκαν από την εξέλιξη της ιστορίας.
Ο λενινισμός θέτει με οξύτητα το ερώτημα της εξουσίας και του «ποιος θα κυριαρχήσει σε ποιον». Αυτή είναι η λυδία λίθος για τον κοινωνικό μετασχηματισμό.
Στην πρώτη μεγάλη αναθεώρηση του μαρξισμού, ο Λένιν αντιπαρατέθηκε προχωρώντας το μαρξισμό σε θεωρία και πράξη. Πολλοί θεωρούν τον λενινισμό σαν ρωσικό πολιτικό φαινόμενο, που δεν παίρνει υπόψη του τη διαφορά μεταξύ των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών και της αγροτικής Ρωσίας.
Τα βασικά έργα όμως του Λένιν ανατρέπουν αυτή τη θεώρηση. Ο Λένιν σαν προχώρημα του μαρξισμού αντιλαμβάνεται την εποχή του ιμπεριαλισμού, αναλύοντας τις καθοριστικές τάσεις εξέλιξης του σύγχρονου καπιταλισμού –το υπόδειγμά του δεν είναι η Ρωσία, ο ορίζοντας είναι το σύνολο της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Η λενινιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό και τον αδύνατο κρίκο που μπορεί να αποσπαστεί επιβεβαιώνεται από την ίδια την Επανάσταση και τη Σοσιαλιστική Οικοδόμηση. Αυτή είναι η θεωρητική και πρακτική θεμελίωση. Η Σοβιετική Ένωση επέζησε γιατί η Ρωσία συγκέντρωνε ένα πλήθος αντιφάσεων που την καθιστούσαν χώρα ικανή να σπάσει από την ιμπεριαλιστική αλυσίδα.
Με τη μελέτη του ιμπεριαλισμού, και τη διαπίστωση του αναπόφευκτου των πολέμων και των συγκρούσεων για το μοίρασμα του κόσμου, ο λενινισμός καθορίζει και την τακτική της μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου από την εργατική τάξη των εμπόλεμων ιμπεριαλιστικών κρατών, σε εμφύλιο πόλεμο για την ανατροπή της αστικής τάξης από την εξουσία. Τακτική, η οποία δικαιώθηκε με την Οχτωβριανή Επανάσταση.
Τόλμησε, επίσης, και στην πορεία δικαιώθηκε, να αντιταχθεί στη Δεύτερη Διεθνή, ως την αποχώρηση των μπολσεβίκων και όλων των συνεπών επαναστατικών δυνάμεων απ’ αυτήν, προκειμένου να ιδρυθούν στην πορεία επαναστατικά, κομμουνιστικά κόμματα, για να καθοδηγήσουν την ταξική πάλη της εργατικής τάξης, κόντρα στην παλιά σοσιαλδημοκρατία, που συμβιβάστηκε με την αστική τάξη και στην πορεία διαχειρίστηκε και τα συμφέροντά της ενάντια στους λαούς.https://www.antapocrisis.gr/
Ο Λένιν συγκρούεται με τους τότε πάπες της ορθοδοξίας του μαρξισμού και η απάντηση που δίνει δεν είναι η υπεράσπιση της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας, αλλά η γέννηση ενός σύγχρονου ρεύματος, η προσπάθεια να απαντηθούν τα νέα ζητήματα. Ο λενινισμός διακρίνει την επανάσταση που έρχεται και την επικαιρότητά της, την ίδια στιγμή που οι «ορθόδοξοι μαρξιστές» την παραπέμπουν στο μέλλον.
Η αντιπαράθεση που ξεσπά στο 2ο συνέδριο του ΣΔΕΚΡ το 1903, αφορά το ποιο κόμμα χρειάζεται σε αυτές τις συνθήκες για να προετοιμαστεί και πραγματοποιηθεί η επανάσταση.
Η θεμελιώδης σκέψη και επιμονή του Λένιν είναι η πραγματοποίηση της επανάστασης. Απαντά θετικά ότι αυτή μπορεί να γίνει, μελετά και δοκιμάζει επίμονα τους τρόπους που θα πραγματοποιηθεί. Από αυτή την πεποίθηση ο Λένιν δεν παραιτείται στιγμή, ακόμα και στις δυσκολότερες στιγμές της επαναστατικής πάλης.
Τον Απρίλη του 1917, ο Κάμενεφ, ηγέτης των μπολσεβίκων, όσο ο Λένιν βρισκόταν στην εξουσία και σεβάσμια μορφή του επαναστατικού κινήματος της Ρωσίας, υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να ξεκοπούν οι μπολσεβίκοι από το ρεύμα της ευφορίας για τη Φεβρουαριανή Επανάσταση.
Ο Λένιν δεν διστάζει να απαντήσει ότι “Χρειάζεται κανείς να ξέρει για ένα χρονικό διάστημα να είναι μειοψηφία απέναντι στη μέθη”. Πράγματι, οι μπολσεβίκοι κέρδισαν την πλειοψηφία γιατί ήξεραν να στέκονται ως μειοψηφία, ως δύναμη που δεν ακολουθεί απλά τις μάζες για να είναι δημοφιλής, αλλά φιλοδοξεί να τις μεταπείσει. Αυτή ήταν η περίφημη «εισαγωγή της συνείδησης» από έξω για την οποία λοιδορήθηκε η λενινιστική αντίληψη για το κόμμα.
Τον Σεπτέμβριο του 1917, ο Λένιν απειλεί με παραίτηση από την Κεντρική Επιτροπή των μπολσεβίκων καθώς αυτή διστάζει μπροστά στη δυνατότητα κατάληψης της εξουσίας. Βάζει ζήτημα αποχώρησης από την ΚΕ, δηλώνοντας ότι θα διατηρήσει την ελευθερία να κάνει ζύμωση στη βάση του Κόμματος. Γράφει «έχω την ακλόνητη πεποίθηση ότι, “αν περιμένουμε” και αφήσουμε να χαθεί τώρα η στιγμή, χαντακώνουμε την επανάσταση».
Τον Οκτώβριο του 1917 ο χειρισμός των διαφωνούντων Κάμενεφ – Ζηνόβιεφ να διαρρεύσουν την απόφαση της Κ.Ε. των μπολσεβίκων που προετοίμαζε την ένοπλη εξέγερση, διχάζει, και ο Λένιν απευθύνεται εκ νέου στην Κεντρική Επιτροπή στις 19 του Οκτώβρη λέγοντας μεταξύ άλλων: «Δεν μου είναι εύκολο να το γράψω αυτό για συντρόφους που πριν ήταν στενοί φίλοι μου, τις ταλαντεύσεις όμως στην περίοδο αυτή θα τις θεωρούσα έγκλημα, γιατί διαφορετικά ένα κόμμα επαναστατών που δεν τιμωρεί τους επιφανείς απεργοσπάστες πάει χαμένο».
Ο Ράντεκ, χρόνια αργότερα αναρωτιέται για την τόση σιγουριά, την επιμονή και την ακλόνητη πεποίθηση που κάνει τον Λένιν να σηκώσει τέτοιο βάρος στους ώμους του. Τι είναι αυτό που τον κάνει «να μη διστάζει στιγμή να σηκώσει στους ώμους του, με πλήρη συναίσθηση ολόκληρη την πορεία της παγκόσμιας επανάστασης». Κατά τη γνώμη του, «δεν είναι μόνο το γεγονός ότι ο Λένιν γνωρίζει την ιστορία του καπιταλισμού όπως την ξέρουν ελάχιστοι μαθητές του Μαρξ». Είναι το ότι «ο Λένιν έχει συλλάβει και κατανοήσει ανεξάρτητα τη θεωρία του ιστορικού υλισμού όπως κανείς άλλος δεν ήταν ικανός να το κάνει, για το λόγο ότι τη μελέτησε με τον ίδιο σκοπό που είχε ο Μαρξ όταν επεξεργαζόταν τη θεωρία. Ο Λένιν μπήκε στο κίνημα ως η ενσάρκωση της θέλησης για επανάσταση και μελέτησε το μαρξισμό, την εξέλιξη του καπιταλισμού και την εξέλιξη του σοσιαλισμού από την άποψη της επαναστατικής τους σημασίας».
Η λενινιστική πολιτική είναι ακριβώς αυτή η «ενσάρκωση της θέλησης για επανάσταση», δεν παραιτείται από το στόχο της, δεν ξεστρατίζει, δεν λοξοδρομεί. Έχει ακλόνητη πίστη στις δυνατότητες των μαζών, αφουγκράζεται και διδάσκεται από αυτές.
Ο λενινισμός εκφράζεται πάνω στην πολιτική και πρακτική επίλυση των ιδιαίτερων προβλημάτων. Αντιλαμβάνεται και αναδεικνύει τις έννοιες της επαναστατικής κρίσης, της εθνικής κρίσης, της φύσης του κράτους και της ταξικής κυριαρχίας, των συμμαχιών εργατικής τάξης και αγροτιάς. Αντιλαμβάνεται πως οι ταξικοί τους στόχοι είναι διαφορετικοί, αλλά η οικονομική και κοινωνική διάρθρωση έχουν δημιουργήσει τις αντικειμενικές βάσεις για την εργατοαγροτική συμμαχία.
Αντιλαμβάνεται επίσης ότι «όποιος περιμένει μια καθαρή κοινωνική επανάσταση δε θα την δει ποτέ του. Αυτός είναι επαναστάτης στα λόγια που δεν καταλαβαίνει τι θα πει αληθινή επανάσταση» και «η σοσιαλιστική επανάσταση στην Ευρώπη δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά το ξέσπασμα της μαζικής πάλης όλων των καταπιεσμένων και δυσαρεστημένων».
Οι μπολσεβίκοι μπόρεσαν να πάρουν την εξουσία γιατί η λενινιστική θεωρία για το κράτος δεν άφηνε περιθώρια για μεσοβέζικες λύσεις που θα έδιναν χώρο και χρόνο στην αντεπανάσταση. Η ίδια η δυαδική εξουσία σημαίνει ότι η αστική εξουσία βρίσκεται σε κρίση και τα Σοβιέτ είναι ο ανταγωνιστικός πόλος που συνυπάρχει με την Προσωρινή Κυβέρνηση αλλά όχι για πολύ. Αυτή η αντίφαση θα τεθεί άμεσα προς επίλυση. Το κράτος μπορεί να είναι είτε αστικό, είτε εργατικό. Δεν μπορεί να υπάρχουν ταυτόχρονα δύο ανταγωνιστικές εξουσίες. Η μία από τις δύο θα κυριαρχήσει. Αυτό λέγανε οι καντέτοι από τη μεριά της αντίδρασης. Αυτό λέγανε και οι μπολσεβίκοι από τη μεριά της επανάστασης. Οι εσέροι και οι μενσεβίκοι που βρέθηκαν στη μέση σαρώθηκαν από την εξέλιξη της ιστορίας.
Ο λενινισμός θέτει με οξύτητα το ερώτημα της εξουσίας και του «ποιος θα κυριαρχήσει σε ποιον». Αυτή είναι η λυδία λίθος για τον κοινωνικό μετασχηματισμό.
Στην πρώτη μεγάλη αναθεώρηση του μαρξισμού, ο Λένιν αντιπαρατέθηκε προχωρώντας το μαρξισμό σε θεωρία και πράξη. Πολλοί θεωρούν τον λενινισμό σαν ρωσικό πολιτικό φαινόμενο, που δεν παίρνει υπόψη του τη διαφορά μεταξύ των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών και της αγροτικής Ρωσίας.
Τα βασικά έργα όμως του Λένιν ανατρέπουν αυτή τη θεώρηση. Ο Λένιν σαν προχώρημα του μαρξισμού αντιλαμβάνεται την εποχή του ιμπεριαλισμού, αναλύοντας τις καθοριστικές τάσεις εξέλιξης του σύγχρονου καπιταλισμού –το υπόδειγμά του δεν είναι η Ρωσία, ο ορίζοντας είναι το σύνολο της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Η λενινιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό και τον αδύνατο κρίκο που μπορεί να αποσπαστεί επιβεβαιώνεται από την ίδια την Επανάσταση και τη Σοσιαλιστική Οικοδόμηση. Αυτή είναι η θεωρητική και πρακτική θεμελίωση. Η Σοβιετική Ένωση επέζησε γιατί η Ρωσία συγκέντρωνε ένα πλήθος αντιφάσεων που την καθιστούσαν χώρα ικανή να σπάσει από την ιμπεριαλιστική αλυσίδα.
Με τη μελέτη του ιμπεριαλισμού, και τη διαπίστωση του αναπόφευκτου των πολέμων και των συγκρούσεων για το μοίρασμα του κόσμου, ο λενινισμός καθορίζει και την τακτική της μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου από την εργατική τάξη των εμπόλεμων ιμπεριαλιστικών κρατών, σε εμφύλιο πόλεμο για την ανατροπή της αστικής τάξης από την εξουσία. Τακτική, η οποία δικαιώθηκε με την Οχτωβριανή Επανάσταση.
Τόλμησε, επίσης, και στην πορεία δικαιώθηκε, να αντιταχθεί στη Δεύτερη Διεθνή, ως την αποχώρηση των μπολσεβίκων και όλων των συνεπών επαναστατικών δυνάμεων απ’ αυτήν, προκειμένου να ιδρυθούν στην πορεία επαναστατικά, κομμουνιστικά κόμματα, για να καθοδηγήσουν την ταξική πάλη της εργατικής τάξης, κόντρα στην παλιά σοσιαλδημοκρατία, που συμβιβάστηκε με την αστική τάξη και στην πορεία διαχειρίστηκε και τα συμφέροντά της ενάντια στους λαούς.https://www.antapocrisis.gr/

