Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

Γιατί οι παχύσαρκοι άνθρωποι δεν μπορούν να σταματήσουν να τρώνε;

Ο έλεγχος του βάρους και της πρόσληψης τροφής συντονίζονται από τον υποθάλαμο, ο οποίος προσαρμόζει την πρόσληψη τροφής ανάλογα με τα αποθέματα και τις ανάγκες του ατόμου. Με τον τρόπο αυτό, μετά από μια περίοδο υπερβολικής πρόσληψης τροφής και αύξησης του σωματικού βάρους, ένα υγιές άτομο τείνει αυθόρμητα να μειώσει την πρόσληψη τροφής του για λίγο, για να επιστρέψει στο προηγούμενο βάρος του. Σε πολλά παχύσαρκα άτομα, ο μηχανισμός αυτός είναι ελαττωματικός. Παρά τις προσπάθειές τους, πολλοί συνεχίζουν να καταναλώνουν περισσότερη τροφή, σε σχέση με τις ανάγκες τους.
Ποιοι είναι όμως οι λόγοι που τους οδηγούν σε αυτή την υπερφαγία;
Η γκρελίνη είναι μια ορμόνη με ισχυρότατη ορεξιογόνο επίδραση. Σε μελέτη των Sergueï Fetissov και συν, βρέθηκε στο αίμα των παχύσαρκων ασθενών, η παρουσία ειδικών ανοσοσφαιρινών, που αναγνωρίζουν τη γκρελίνη και ρυθμίζουν την όρεξη. Με τη δέσμευση της γκρελίνης, οι ανοσοσφαιρίνες εμποδίζουν τη διάσπασή της γρήγορα στην κυκλοφορία του αίματος. Έτσι, μπορεί να δρα στον εγκέφαλο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και να εντείνει την όρεξη. Όταν η γκρελίνη χορηγήθηκε σε συνδυασμό με ανοσοσφαιρίνες που εξάγονται από το αίμα των παχύσαρκων ασθενών ή με ανοσοσφαιρίνες που προέρχονται από γενετικά παχύσαρκα ποντίκια, η πρόσληψη τροφής διεγέρθηκε πιο έντονα. Αντίθετα, όταν η γκρελίνη δόθηκε μόνη της, ή σε συνδυασμό με ανοσοσφαιρίνες από μη-παχύσαρκους ανθρώπους ή ποντίκια, τα τρωκτικά ήταν σε θέση να ρυθμίζουν καλύτερα την όρεξη τους, περιορίζοντας την πρόσληψη τροφής.
Εκτός όμως από την γκρελίνη, υπάρχει μια ακόμα ορμόνη που ίσως οδηγεί τα παχύσαρκα άτομα στην υπερκατανάλωση τροφής. Η γλυκαγόνη, (έλεγχος της πρόσληψης τροφής και του αισθήματος κορεσμού) χάνει την ικανότητά της να βοηθήσει τους παχύσαρκους ανθρώπους να αισθάνονται κορεσμό μετά από ένα γεύμα. Σε ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, ερευνήθηκε η σχέση μεταξύ των επιπέδων γλυκαγόνης και της όρεξης μεταξύ των 11 παχύσαρκων, 13 με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΒ1) και 13 αδύνατων ανθρώπων. Οι συμμετέχοντες έλαβαν ενέσεις είτε γλυκαγόνης είτε ενός εικονικού φαρμάκου. Στη συνέχεια, μετρήθηκαν οι ορέξεις των συμμετεχόντων χρησιμοποιώντας μια κλίμακα κορεσμού, καθώς και τα επίπεδα της γκρελίνης. Το αίσθημα της πληρότητας δεν διέφερε μεταξύ των παχύσαρκων συμμετεχόντων που έλαβαν ενέσεις γλυκαγόνης και εκείνων που έλαβαν το εικονικό φάρμακο, αντίθετα με ό,τι συνέβαινε στους αδύνατους συμμετέχοντες ή εκείνους με ΣΔ1.
Τέλος, το PYY είναι ένα πεπτίδιο που εκκρίνεται από τα L κύτταρα του γαστρεντερικού σωλήνα. Η ανορεξιογόνος επίδρασή του αναδείχθηκε από τους Batterham και συνεργάτες, οι οποίοι το χορήγησαν ενδοφλέβια σε αδύνατα και παχύσαρκα άτομα με αποτέλεσμα πολύ σημαντική μείωση στην πρόσληψη τροφής. Τα παχύσαρκα και υπέρβαρα άτομα παρουσίασαν μια σχετική ανεπάρκεια PYY, γεγονός που υποδηλώνει ότι το PYY πιθανώς να συντελεί στην παθογένεια της παχυσαρκίας.
Από τα παραπάνω καταλαβαίνουμε ότι είναι πιθανό, η αύξηση της όρεξης και η υπερφαγία που παρατηρείται σε ορισμένους παχύσαρκους ανθρώπους να διαμεσολαβεί, τουλάχιστον εν μέρει από παράγοντες όπως οι κυκλοφορούσες IgG, που ενισχύουν το ορεξιογόνο αποτέλεσμα της γκρελίνης, η γλυκαγόνη και το ΡΡΥ και άρα καλό θα ήταν οι θεραπείες να στοχεύσουν σε αυτούς προκειμένου να υπάρξουν αποτελέσματα στον έλεγχο της πρόσληψής τους.http://www.mednutrition.gr